Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Το λιμάνι μας


Τ λιμάνι τ δικό μας ταν μμουδιά 
– πνε χρόνια – σν τ κμα μόνο τραγουδοσε.
Κουρνιάζαν θαλασσοπούλια γύρω τ βραδι
κα ψαρόβαρκες ράζαν, ταν φυσοσε.

Σ φτωχ μι ταβερνούλα, μς στν ρημιά,
στος ψαράδες γαλήνη τ κρασ κερνοσε
κα παντο ηταν πλωμένη τόση πανεμιά,
πο ψυχή τους μ τ φλοσβο, θλεγες μεθοσε.

Τώρα πι στ βρωμισμένα κα βαθι νερ
ζωή τρυκιμιασμένη παραδέρνει.
Μαροι δράκοι τ καράβια στέκουν στ σειρ
καί καθένα δρόμο φήνει, δρόμο παίρνει.

Λόγχες τ κατάρτια φτάνουν ς τν οραν
κα ξερνον ο τσιμινιέρες τν καπνι πο κλώθει.
Τ λιμάνι τ δικό μας εναι πι στενό∙
δ χωρνε γι ν’ ράξουν λοι μας ο πόθοι...

Μανώλης Αλεξίου (Το λιμάνι μας)

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Η γλυκύτατη αβεβαιότης



Τρισάγια κάθε τόσο
γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ὑπηκοότητα νεκροῦ
στὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.


Ὕψιστε, τί ἐννοεῖς
ἄλλο νεκρὸς καὶ ἄλλο δοῦλος.
Κι ἀπὸ πότε ἐπιτρέπεται
νὰ κοιμοῦνται ἔτσι βαθιὰ
ἀτιμώρητοι οἱ δοῦλοι.


Τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.
Θέ μου, ἂν ἀπελευθερώνει ὁ θάνατος
ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται παρήγορη
ἡ γλυκύτατη ἀβεβαιότης, ἐσὺ
γιατί τὸν θὲς ντὲ καὶ καλὰ δουλέμπορο;


Τὸν κεκοιμημένον.
Περὶ ὕπνου πρόκειται, Κύριε;
Μὰ τοῦ κολλάει ὕπνος τοῦ νεκροῦ
ἔτσι εὔκολα νυστάζει ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς;
Ἐδῶ ἐμεῖς, δοῦλοι τοῦ ἀπάνω κόσμου ἀκόμα
κι ὅμως ποιὸς κλείνει μάτι
ἂν δὲν τὸν νανουρίσει ὅπως ξέρει
μόνο ἡ γιαγιά του ἡ ἀβεβαιότης
μὲ τὴ γλυκεῖα της ρόδινη ἀφύπνιση.


Κύριε, μήπως ὅταν ἐνέκρινες
αὐτοὺς τοὺς ἀνελέητους ἀνταγωνιστικοὺς ψαλμοὺς
ἤσουν ἀκόμη ἄνθρωπος;

Κική Δημουλά (Η γλυκύτατη αβεβαιότης)

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Συνείδηση και λυτρωμός (βότσαλα)


Ολάνοιχτο χαμόγελο στο θάμπος της ανατολής,
στήν έκφραση του έρωτα.
Ώ, τ'απλά που αδικήσαμε βότσαλα,
δίπλα στου ήλιου την έπαρση,
τήν επιθυμία της θάλασσας
καί του ανέμου τό νόημα.
Τή μεγάλη δέν προσέξαμε απάτη
τήν ώρα πού κυκλόφερναν γιορτές.

Αιγιαλινός Θεόδωρος (Συνείδηση και λυτρωμός)

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Αισιοδοξία


Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -σημαίες στον άνεμο χτυπούν-
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

Κώστας Καρυωτάκης (Αισιοδοξία)

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Ανάμνηση της Μαρίας Α.


Μια μέρα βαθυγάλαζου Σεπτέμβρη,
Ήσυχος κάτω από μια δαμασκηνούλα
Κράτησα την αγάπη μου φρόνιμη και χλωμούλα
Σαν ένα όνειρο γλυκό στην αγκαλιά μου.
Και πάνω μας στον όμορφο καλοκαιρινό ουρανό
Πλανιόταν ένα σύννεφο που κοίταξα για ώρα:
Κατάλευκο, θαρρείς αρμένιζε ψηλά
Μα σαν εξανακοίταξα, είχε χαθεί, σκορπίσει.

Πολλά πολλά φεγγάρια απο τη μέρα κείνη
Πέρασαν κολυμπώντας το πέλαο τ'ουρανού.
Τώρα πια τα δαμάσκηνα θα τα'χουνε τινάξει:
Εσύ ρωτάς τι απόγινε ο έρωτας εκείνος;
Αυτό σου λέω: εγώ δεν τον θυμάμαι πια.
Όμως το τι θα σκέφτεσαι γνωρίζω,
Ας μη θυμάμαι πια το πρόσωπο σου,
Θυμάμαι μόνο πως το φίλησα μια μέρα.

Και το φιλί θα'χα ξεχάσει ακόμα
Δίχως κείνο το σύννεφο ψηλά στον ουρανό,
Αυτό πάντα θυμάμαι και δεν το λησμονώ:
Ήταν λευκό, κατέβαινε στη γη απ'τον αιθέρα.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να βγάζουν άνθη ακόμα
Μπορεί κείνη η γυναίκα να'χει εφτά παιδιά,
Κείνο το σύννεφο άνθισε μόνο για μια στιγμή
Και χάθηκε σαν θέλησα να το ξανακοιτάξω.

Bertolt Brecht (Ανάμνηση της Μαρίας Α.)

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Ένα μάθημα σχεδίου


Ο γιος μου έσπρωξε
την παιδική παλέτα του μπροστά μου

και μου ‘πε να του ζωγραφίσω ένα πουλί.

Βούτηξα το πινέλο μου στο γκρι
σχεδιάζοντας ένα τετράγωνο με κλειδαριές και σίδερα.
Τότε με γουρλωμένα μάτια είπε:
«…Μα αυτό, Πατέρα, είναι μια φυλακή,
δεν ξέρεις ένα πουλί πώς ζωγραφίζεται;»
Και του απάντησα: συγγνώμη, γιε μου
έχω ξεχάσει τα σχήματα των πουλιών.


Ο γιος μου έσπρωξετο μπλοκ ζωγραφικής μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω τον ανθό του σιταριού.
Κράτησα την πένα,του σχεδίασα ένα όπλο.
Tότε με ύφος κοροϊδευτικό με ρώτησε:
«Μα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
ένα όπλο απ’ το σιτάρι;»
Και απάντησα: «Άκουσε, γιε μου,
κάποτε γνώριζα το σχήμα του σταριού
και τη μορφή του καρβελιού
κι ενός τριαντάφυλλου την όψη.
Μα τώρα ο καιρός δυσκόλεψε
τα δέντρα του δάσους προσχώρησαν στην πολιτοφυλακή
κι η εξουθένωση τύλιξε το τριαντάφυλλο.
Τώρα οι μέρες αρματώθηκαν
το σιτάρι οπλοφορεί
το πουλί οπλοφορεί
η κουλτούρα οπλοφορεί
η θρησκεία οπλοφορεί
και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα καρβέλι ψωμί
χωρίς να βρεις ένα όπλο στην ψίχα του
και δεν μπορείς να κόψεις ένα τριαντάφυλλο
χωρίς να σου πεταχτούν αγκάθια στο πρόσωπο
και δεν μπορείς να αγοράσεις ένα βιβλίο
χωρίς να εκραγεί στα δάχτυλά σου».
Τότε ο γιος μου κάθισε στου κρεβατιού την άκρη
ζητώντας μου να απαγγείλω ένα ποίημα,
κι ένα δάκρυ μου ξαφνικά ρίχτηκε στο μαξιλάρι.
Πήγε και το ‘γλειψε να το γευτεί
κι ύστερα είπε:
«Μα αυτό είναι δάκρυ, Πατέρα, όχι ποίημα!».
Και του αποκρίθηκα αμέσως:
«Όταν μεγαλώσεις, γιε μου, και γνωρίσεις
την ιερότητα της αραβικής ποίησης
θα δεις πως η λέξη με το δάκρυ βγαίνουνε αδέρφια
και πως το ποίημα δεν είναι παρά δάχτυλα που στάζουν.

Και τότε ο γιός μου 
έσπρωξε όλες τις μπογιές μπροστά μου
και μου ‘πε να του ζωγραφίσω μια πατρίδα γι’ αυτόν.
Το πινέλο τρεμούλιασε στο χέρι μου
και εγώ βούλιαξα, κλαίγοντας.

Nizar Qabbani (Ένα μάθημα σχεδίου)


Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια
που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας
 «πέρασε η ώρα»
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους 
τοίχους των φυλακών
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων
— μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι πού'σκιζε σίγουρα 
το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους 
τελειώσουμε
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ — δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό
του 
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.
...

Γιάννης Ρίτσος (Κανισμένο τσουκάλι, απόσπασμα)

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Δεν χρειάζομαι ταφόπλακα


Δε χρειάζομαι ταφόπετρα, εγώ.
Αλλ’άν εσείς χρειάζεστε μια για μένα,
θα ήθελα κει πάνω να γραφτεί:
¨Έκανε προτάσεις. Εμείς
τις πράξη τις κάναμε¨.
Με μια τέτοια επιγραφή
θα΄ταν τιμή για όλους μας.

Bertolt Brecht (Δεν χρειάζομαι ταφόπλακα)

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Λήθη


Κλειστά εντός ανθοκομείου
υπό τα υελώματα τ' άνθη ξεχνούν
       πώς είν' η λάμψις του ηλίου
και πώς φυσούν αι αύρ' αι δροσεραί όταν περνούν.

Κωνσταντίνος Καβάφης (Λήθη)

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο Απόγονος


Το ομολογώ: Ελπίδα εγώ
καμία δεν έχω.
Οι τυφλοί μιλάνε για διέξοδο. Εγώ
βλέπω.

Όταν τις πλάνες όλες ξοδέψουμε,
τελευταίο στην παρέα μας μέλος
μένει απέναντί μας το Τίποτα.

Bertolt Brecht (Ο απόγονος)

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Το ύφος μιας ημέρας



We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel!
EDGAR ALLAN POE

Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο 
τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι 
εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση 
και με τόσο κόπο·
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου
 Σεπτεμβρίου.

Καινούρια σπίτια σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά 
παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τί υποφέρει ένας ευαίσθητος 
φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες
 ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία·
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει
 αστρονομίζεται γυρεύει.

Στενοχωριέται: ά χτυπήσουν την πόρτα ποιός θ’ ανοίξει;
 Αν ανοίξει βιβλίο ποιόν θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την 
ψυχή του ποιός θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα
 στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος
 μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει
 το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το 
λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο 
ναύκληρος αξούριστος που ’χε τρεις ερωμένες σε
 κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι 
η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η 
γοργόνα, κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη 
γάμπια καβάλα.

Γιώργος Σεφέρης (Το ύφος μιας ημέρας)

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Τ'άγαλμα της Θεάς


Ι
Κορίτσι τρυφερό και ζηλεμένο,
οπόχεις τόσον κόσμο τρελαμένο,
μοιάζει με θαλερό κυπαρισσάκι
το λυγερό σου το κορμάκι.
Για τούτο στ'ονειρό μου, ο πικραμένος,
βλέπω συχνά πως είμαι...πεθαμένος
και σε, κυπαρισσάκι μου, κοντά μου
στο μνήμα μου πως σ'έχω συντροφιά μου
και τόσο τερπνό βρίσκω τ'ονειρό μου,
τις ρίζες σου ν'ακούω στο πλευρό μου,
όπου και με το χώμα σκεπσμένος
αισθάνομαι πως είμαι ευτυχισμένος
και λέω με το νού μου: τί ευσπλαχνικός
ο θάνατος οπούναι και γλυκός

ΙΙ
Όλο μεμιάς, απο το κυπαρίσσι,
ωσάν ξεφτέρι, τ'όνειρο πετάει
και μια-να δώσει ο Θεός!-και στο Παρίσι,
το ποθητό κι ασύγκριτο, με πάει.
Κι όσο βιβλίου να γυρίσεις φύλλο,
βρίσκομαι μπρός είς την θεά απ'τή Μήλο,
όπου στου Λούβρου μέσα στο Μουσείο,
βασίλισσα σε τόσο μεγαλείο,
σε σάλα χωριστή, μονάχη μένει,
μέσα στη μοναξιά της δοξασμένη.
Κι ο κόσμος απο τα πέρατα της γής
έρχετ'εδώ για να την προσκυνήσει.
Μα εγώ θωρώ με πόνο της ψυχής
τη θελκτική θεά, που στο Παρίσι
την έφερεν η Μοίρα τσακισμένη,
και μου θυμίζει δόξα περασμένη.

ΙΙΙ
Έξαφνα, εδώ, με μάτια δακρυσμένα
(επάνω στον ιερό τον στυλοβάτη)
βλέπω στη θέση της θεάς εσένα,
πόχεις το γέλιο το κρυφό στο μάτι,
εσέμ κυπαρισσάκι λυγερό...
Μα πρίν προφθάσω λίγο να χαρώ
τη δόξα σου σ'αυτή την οπτασία,
βρίσκομαι πάλι αλλού..-στη Φλωρεντία.
Όμως και πάλι στη θεά εμπρός,
που των Μεδίκων λέγεται Αφροδίτη
(που τέχνης θαύμα ο κόσμος την κηρύττει),
ειδωλολάτρης πάντοτε θερμός
στέκεται ο ραψωδός λησμονημένος..,
και μαγεμένος απ'τον ερωτά της,
στον Όλυμπο πως είναι ανεβασμένος,
στοχάζεται, και βρίσκεται σιμά της.

ΙV
Εδώ μεμιάς νομίζω πως ξυπνάω,
μ'απο τα μάτια δέ μου φεύγει ακόμα
τ'άγαλμα της θεάς - και το κοιτάω
της χλόης να παίρνει το δροσάτο χρώμα.
Κ'ενώ λογιάζω τη γλυκιά μου πλάνη,
κλαδάκια βλέπω γύρω του να βγάνει,
και, πρίν προφθάσω να σκεφτώ λιγάκι,
το βλέπω θαλερό κυπαρισσάκι,
που μοιάζει εσέ, κορίτσι ζηλεμένο,
οπόχεις τόσον κόσμο τρελαμένο.
Άβλιχος Μικέλης (Το κυπαρισσάκι)

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Πεταλούδα του Αιγαίου


Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XL (Fernando Pessoa)

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ποιητής


Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.


Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.
XXXVI (Fernando Pessoa)

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Γλάρος

 Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
    δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
    γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
    ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του 'δωκε φύκια
    και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονο μας
    μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
    δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι δυο παραφυλάνε
    σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
    κι ώσαμ' αύριο δεν υπάρχεις.
Οδυσσέας Ελύτης (Ο Γλάρος)

Δρόμοι Παλιοί



Δρόμοι παλιο πο γάπησα κα μίσησα τέλειωτα
κάτω π᾿ τος σκιους τν σπιτιν ν περπατ
νύχτες τν γυρισμν ναπότρεπτες κι πόλη νεκρ
Τν σήμαντη παρουσία μου βρίσκω σ κάθε γωνι
κμε ν σ᾿ νταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο το τόπου μου κι γ
Ξεχασμένος κι τίθασος ν περπατ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στς γρές μου παλάμες
Κα προχωροσα μέσα στ νύχτα χωρς ν γνωρίζω κανένα
κι οτε κανένας κι οτε κανένας μ γνώριζε μ γνώριζε
Μανόλης Αναγνωστάκης (Δρόμοι Παλιοί)


Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ


Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ

Δεν πα’ να ΄σαι θεριό, δε σε φελά
Ούτε η μαστοριά σου στους καβγάδες
Ούτε που σαι λεβέντης με αντρίκεια καρδιά
Δε φελά τον καημό που σιγανά σε πλημμυρίζει
Σε παίρνει και σε πάει μακριά.


Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ

Εφτά πέφτουν αμπάρες
Σ’ εφτά πόρτες
Βουρκώνει ο κήπος μονομιάς
Σύρριζα στον τοίχο απέναντι
Τρεις κλώνοι νυχτολούλουδα
Τρεις ρίζες άγριου πανσέ…


Στην ίδια μέθη έρωτα

Το σύννεφο στον ουρανό, το καισί στον κλώνο
Όλο και πιο βαριά η φυλακή
Η πλήξη, το σκοτάδι…
Του «Κούρδου τη Νύφη» τραγουδάνε στην αυλή
Και εγώ στο ράντσο βουλιαγμένος βγαίνω βόλτα
Και στο μυαλό μου όλο πράγματα απίθανα
Γελία πράγματα, παιδιάστικα, αφελή…


Να σκοτωνόμουν λέει, να χανόμουν

Σ’ ένα καβγά ολόγυμνος.
Τις θέλω αντρίκειες,
Κι έχθρα και φιλία δεν είναι όμως καμιά τους,
Οι ξιφολόγχες μπαίνουνε στις κάνες
Νυχτερινή αρχίζει των φρουρώ περιπολία…


Ανάβω ένα σπίρτο όλο λύσσα…

Μισό στην πρώτη ρουφηξιά το τσιγάρο,
Ρουφάω μέσα μου ολόκληρο ντουμάνι
Ντουμάνι, ικανό να με σκοτώσει.
Το ξέρω, θα μου πεις « Κι εσύ;»
Όμως στη φυλακή πέφτει νωρίς το βράδυ
Κι έξω παλικαρίσια άνοιξη
Και σ’ αγαπώ
Τρελά…

Ahmed Arif (Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ)