Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ποιητής


Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.


Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.
XXXVI (Fernando Pessoa)

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ο Γλάρος

 Στο κύμα πάει να κοιμηθεί
    δεν έχει τι να φοβηθεί
Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει
    γλάρος είναι και πηγαίνει

Από πόλεμο δεν ξέρει
    ούτε τι θα πει μαχαίρι
Ο Θεός του 'δωκε φύκια
    και χρωματιστά χαλίκια

Αχ αλί κι αλίμονο μας
    μες στον κόσμο το δικό μας
Δε μυρίζουνε τα φύκια
    δε γυαλίζουν τα χαλίκια

Χίλιοι δυο παραφυλάνε
    σε κοιτάν και δε μιλάνε
Είσαι σήμερα μονάρχης
    κι ώσαμ' αύριο δεν υπάρχεις.
Οδυσσέας Ελύτης (Ο Γλάρος)

Φανάρι ΙΙ




Δρόμοι παλιο πο γάπησα κα μίσησα τέλειωτα
κάτω π᾿ τος σκιους τν σπιτιν ν περπατ
νύχτες τν γυρισμν ναπότρεπτες κι πόλη νεκρ
Τν σήμαντη παρουσία μου βρίσκω σ κάθε γωνι
κμε ν σ᾿ νταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο το τόπου μου κι γ
Ξεχασμένος κι τίθασος ν περπατ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στς γρές μου παλάμες
Κα προχωροσα μέσα στ νύχτα χωρς ν γνωρίζω κανένα
κι οτε κανένας κι οτε κανένας μ γνώριζε μ γνώριζε
Μανόλης Αναγνωστάκης (Δρόμοι Παλιοί)


Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Γαλατάς ΙΙ


Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ
Δεν πα’ να ΄σαι θεριό, δε σε φελά
Ούτε η μαστοριά σου στους καβγάδες
Ούτε που σαι λεβέντης με αντρίκεια καρδιά
Δε φελά τον καημό που σιγανά σε πλημμυρίζει
Σε παίρνει και σε πάει μακριά.


Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ
Εφτά πέφτουν αμπάρες
Σ’ εφτά πόρτες
Βουρκώνει ο κήπος μονομιάς
Σύρριζα στον τοίχο απέναντι
Τρεις κλώνοι νυχτολούλουδα
Τρεις ρίζες άγριου πανσέ…


Στην ίδια μέθη έρωτα
Το σύννεφο στον ουρανό, το καισί στον κλώνο
Όλο και πιο βαριά η φυλακή
Η πλήξη, το σκοτάδι…
Του «Κούρδου τη Νύφη» τραγουδάνε στην αυλή
Και εγώ στο ράντσο βουλιαγμένος βγαίνω βόλτα
Και στο μυαλό μου όλο πράγματα απίθανα
Γελία πράγματα, παιδιάστικα, αφελή…


Να σκοτωνόμουν λέει, να χανόμουν
Σ’ ένα καβγά ολόγυμνος.
Τις θέλω αντρίκειες,
Κι έχθρα και φιλία δεν είναι όμως καμιά τους,
Οι ξιφολόγχες μπαίνουνε στις κάνες
Νυχτερινή αρχίζει των φρουρώ περιπολία…


Ανάβω ένα σπίρτο όλο λύσσα…
Μισό στην πρώτη ρουφηξιά το τσιγάρο,
Ρουφάω μέσα μου ολόκληρο ντουμάνι
Ντουμάνι, ικανό να με σκοτώσει.
Το ξέρω, θα μου πεις « Κι εσύ;»
Όμως στη φυλακή πέφτει νωρίς το βράδυ
Κι έξω παλικαρίσια άνοιξη
Και σ’ αγαπώ
Τρελά…

Ahmed Arif (Νωρίς στη φυλακή πέφτει το βράδυ)


Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Κίτρινο


Οι ταξιδιώτες ήρθαν κι έφυγαν 
κεκηρυγμένοι εχθροί της ίδιας λησμονιάς και του ίδιου πάθους 
υλοτόμοι πάντα του ίδιου πόθου 
και μπροστά τους ν’ απλώνωνται όσο παίρνει το μάτι κι η καρδιά 
τα ίδια μαύρα κουρελιασμένα σύννεφα 
να μπλέχουν στα κατάρτια τους 
να σκουριάζουνε τις άγκυρές τους 
ναν τους σφυράν κρυφά μέσα στ’ αυτί με τη μπουρού 
την ίδια οδύνη

λες ένα κίτρινο χρυσό
λαμπερό
να βάψη αυτό το μαύρο αισχρό και θλιβερό τοπίο
που το τρυπούν σκληρά
τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων
τα νυσταγμένα φώτα μιας αξιοδάκρυτης ιδανικής πορνείας 
και της ψωριάρικιας γκαμήλας το νυσταλέο «che vuoi?»

λες;

σκέψου πως είν’ αδύνατο
πως είναι κι απολύτως περιττό να ξεφωνίσης και να πης 
όλη τούτη τη φλόγα 
όπου τρώει τα σωθικά σου 
και την κρατάς 
ε, συ!
τόσο καλά 
τόσο σφιχτά 
τόσο βαθειά φυλακισμένη
μέσα σου

οι ταξιδιώτες λες εφύγαν ήρθανε
ελύσανε τα μάγια
λύσανε τις πριμάτσες
που τους κρατούσανε δεμένους στο μουράγιο
δεν είταν
ένας χορός ευγενικά θλιμμένος
όλες τούτες οι εξάρσεις των νοσταλγών
που σβει το κύμα
ως δαγκάνει λυσσαγμένο
των πεύκων των αναμαλλιάρικων το δίχτυ;
των πεύκων που εμεταμφιέστηκαν μόνο γι’ απόψε
μόνο
για να γενούν κομμήτες;

ένα πουλί θαλασσινό τανύζει
τα φτερά του
λέει: 
«εσύ ’σαι 
ο νέος προφήτης 

μέσα στην τάφρο των δικών σου λιονταριών» 
 

Νίκος Εγγονόπουλος (Καφφενεία και κομήτες ύστερα από τα μεσάνυχτα)

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Στο Τρένο


Η αργή πορεία ενός νυχτερινού τρένου
σαν πιθανή απεικόνιση της ζωής μου.
Μακριά έσβηναν οι σταθμοί
όπου δεν σταμάτησα:
φοβόμουν το σκοτάδι
ή την ιδέα ότι δεν θα με περίμενε κανείς.


Και παρ’ όλα αυτά βρισκόμουν εκεί,
στο τέρμα της διαδρομής,
ανυπόμονη ομορφιά,
στα μελαγχολικά της μάτια
γραμμένη η απόφαση:
δεν θ’ αντέξω τη λησμονιά
και η επιστροφή μού απαγορεύεται.

José Gutiérrez (Τέλος Διαδρομής)

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Φορτηγό καράβι στο Λιμάνι


    Στ Γιργο Παπ

Ν ζες στν δια πολιτεία παντοτιν
κα νά χεις τν ναχωρήσεων τ μανία,
μ φεύγοντας π᾿ τ γραφεο τ βραδιν
ν κάνεις φθαλμοπορνεα στ καφενεα.

λλοτες εχαμε τ πλοα κρυφ σκοπό,
μ κόσμος γινε σν δειαν φυλλάδα,
εναι τί διο πι ν μένεις στν λλάδα
μ τ ν ταξιδεύεις στ Fernando Po.

Τ φορτηγ εναι κακοτάξιδα κι ργον,
μς στ ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
τ ν φορτώνεις μνες ρύζια στ Ραγκον
εν᾿ να πράγμα πο σκοτώνει τος ρτίστες.
Ο πόλοι γίνανε σ μς πολ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλς φορς τ Βόρειο Σέλας
κι χουν ο πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστε
π δειαν κουτι σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στν Ταϊτ ζησε μνες κι Λοτί,
ν πς λιγάκι παρακάτου, στς Μαρκίζες,
πο λλοτες τρώγανε μπανάνες κι γριες ρίζες,
καλλυντικ τώρα πουλνε το Coty.

Ο Γιαπωνέζες, τ κορίτσια στ Χιλή,
κι ο μαρες του Μαρόκου πο πουλνε μέλι,
χουν σν λες τς γυνακες τ δια σκέλη
κα δίνουν μ τν διο τρόπο τ φιλί.

ατοκτονία, προνόμιο πι στ θηλυκά-
κάποτε κάναμε κι μες ατ τ σκέψη.
Πεθαίνεις πι σιγ μ τ ναρκωτικά,
μ τελευταία κι ατ τχουν νοθέψει.

Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού)

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Φανάρι




ζω δν εναι παξε-γέλασε 
Πρέπει ν τήνε πάρεις σοβαρά, 
πως, ν πομε, κάνει σκίουρος, 
Δίχως π᾿ ξω π πέρα ν προσμένεις τίποτα. 
Δ θά χεις λλο πάρεξ μονάχα ν ζες.
ζω δν εναι παξε-γέλασε 
Πρέπει ν τήνε πάρεις σοβαρ 
Τόσο μ τόσο σοβαρ 
Πο τσι, ν πομε, κουμπισμένος σ᾿ ναν τοχο 
μ τ χέρια σου δεμένα 
μέσα στ᾿ ργαστήρι 
Μ λευκ μπλούζα κα μεγάλα ματογυάλια 
Θ ν πεθάνεις, γι ν ζήσουνε ο νθρωποι, 
Ο νθρωποι πο ποτ δ θά χεις δε τ πρόσωπό τους 
κα θ πεθάνεις ξέροντας καλ 
Πς τίποτα πι ραο, πς τίποτα πι ληθιν 
π᾿ τ ζω δν εναι.
Πρέπει ν τηνε πάρεις σοβαρ 
Τόσο μ τόσο σοβαρ 
Πο θ φυτεύεις, σ ν πομε, 
λις κόμα στ βδομντα σου 
χι καθόλου γι ν μείνουν στ παιδιά σου 
Μ τσι γιατ τ θάνατο δ θ τόνε πιστεύεις 
σο κι ν τν φοβσαι 
Μ τσι γιατί ζω θ ν βαραίνει 
                           πιότερο στ ζυγαριά.
Nazim Hikmet (Για τη ζωή)



Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Άγγελοι


 Έλα μαζί να διαφιλονικήσουμε απ' τον ύπνο το νωχελικό προσκέφαλο που πλέει στο διπλανό φεγγάρι.
 Ατρικύμιστα κεφάλια και τα δυο
μαζί λικνιστικά γλιστρώντας να γεμίσουμε την αμμουδιά με φύκια ή
άστρα.
 Γιατί πολύ θα 'χουμε ζήσει από τα δάκρυα τη μαρμαρυγή και
θ' αγαπούμε τη σωστή γαλήνη.

Άγγελοι αν δεν είναι οι άγγελοι μ' άσωτα βιολιά ν' αναρριπίζουν τις
νυχτιές μ' αίολα φώτα και ψυχές καμπάνες!
 Φλάουτα ν' αγεροδρομούν πόθους ανάλαφρους, ανάγερτους. 
Φιλιά τυραννισμένα ή φιλιά
μαργαριτάρια σε κουπιά νερόβια. 
Και πιο βαθιά μες στ' αναμμένα
φραγκοστάφυλα, σιγά σιγά τα πιάνα της ξανθής φωνής, οι μέδουσες
που θα μας κρατήσουν το ταξίδι αργόπρεπο. 
Στεριές με λίγα, με συλλογισμένα δέντρα.

Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη.
 Δε θα 'ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά 
που βρέχεται απ' την πίκρα 
παρά η καρδιά που βρέχεται απ' τη γοητεία, δε θα 'ναι παρά η
καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.

Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω
είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι ωραία. Ωραία.
Οδυσσέας Ελύτης (Adagio)


Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Τα Βουνά


Τα ψηλά βουνά εκεί πέρα, 
κουβεντιάζουν σα νυχτώνει 
και μιλάνε για τη μέρα 
που στα πόδια τους τελειώνει.

Η πιο γέρικη κορφή 
με τα χιονισμένα φρύδια 
έχει μια φωνή βραχνή 
γιατί τρώει πολλά κρεμμύδια 
σαν ξυπνήσει την αυγή.

Η άλλη εκεί πιο χαμηλά 
είναι μια χοντρή κοπέλα 
με ολοπράσινα μαλλιά 
ξαπλωμένη σα βαρέλα 
που στον ύπνο της μιλά.

Πάνω από τις λαγκαδιές 
που σφυρίζουν σαν καλάμια 
είναι ακόμη τρεις κορφές 
τυλιγμένες με ποτάμια 
και φωνάζουν σαν τρελές.

Μα το πιο καλό βουνό 
μοναχό του ψιθυρίζει 
όταν με το δειλινό 
το θυμάρι του μυρίζει 
κάτω από τον ουρανό.

Τάκης Μαλικόκος ¨Γιώργος Σεφέρης¨ (Τα βουνά)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δώδεκα τα Μεσάνυχτα

Δώδεκα τα μεσάνυχτα ακριβώς
δύο συντροφιασμένα χέρια
ακριβώς
όπως οι Κούρδοι κι όπως η θλίψη

Δώδεκα τα μεσάνυχτα
όπως η φαντασία μου
ένα φωτεινό τραπέζι για το δείπνο
είκοσι τσιγάρα
και μια μονάχα λέξη-κλειδί

μετά τη μία η ώρα
δυο δάχτυλα στο ρολόι χωρισμένα
όπως εγώ απ’ την πατρίδα μου

Μετά τις δύο η ώρα
σαν τους εξόριστους και τους πρόσφυγες που γυρεύουν άσυλο
η πένα, το χαρτί μου και τ’ άλλα σκόρπια στο τραπέζι
όλα αλλιώτικα και μπερδεμένα

Μετά τις τρεις η ώρα
τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα
και στάχτη από τσιγάρα
το δωμάτιο γεμάτο καπνό

Στο πλάι ένας ποιητής που αποκοιμήθηκε
κι ένα ποίημα που αγρυπνά.

Şêrko Bêkes (ΧΙΙ)

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Φθινοπωρινός Άνεμος


Άρχισε ψύχρα.
Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση.
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορροή.
Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν.
Ζέστες, η διάθεση για φως,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια,
πολλοί διάττοντες έρωτες
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.
Τώρα η γνωστή ψύχρα
κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα λόγια
η μία ερήμωση τραβάει πίσω της την άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την επανάπαυση
κι από τις καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα τζάμια,
άλλοι λεν ως την άνοιξη,
άλλοι φοβούνται διά βίου.
Κι εσύ τι κάθεσαι;
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιος ξέρει τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς να γίνεις «τ᾿ άλλο μου φθινόπωρο».
Άρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στην πλάτη σου ένα ρούχο αποδημίας.

Κική Δημουλά (Οι Αποδημητικές Καλημέρες)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Χρυσάφι

Κάποτε
θὰ σταματήσουμε
σὰ μιὰ γαλάζια ἅμαξα
μέσ᾿ στὸ χρυσάφι
δὲ θὰ μετρήσουμε τὰ μαῦρα
ἄλογα
δὲ θά ῾χουμε τίποτα ν᾿ ἀθροίσουμε
δὲ θά ῾χουμε πιὰ τίποτα
γιὰ νὰ μοιράσουμε

κρατώντας
ἕνα ξύλο
θὰ περάσουμε
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τρύπα
τοῦ ἥλιου
ποῦ θὰ καίει
Μίλτος Σαχτούρης (Το χρυσάφι)

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

ο Κόλπος του Σάρωνα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.
Ντίνος Χριστιανόπουλος (Η Θάλασσα)


Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Το Κατσίκι

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.

Κική Δημουλά (Πάσχα στο Φούρνο)

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Κατοχή

Ἀλήθεια, δάση καὶ βουνὰ
ὑπάρχουνε στὸν κόσμο ἀκόμη; 
Ὑπάρχουν οἱ μεγάλοι δρόμοι
ποὺ πᾶν σὲ μέρη ἀλαργινά;

Ἀνθίζουν πάντοτε οἱ βραγιές; 
Στοὺς κάμπους εἶναι φῶς κι εἰρήνη; 
Κι ἔμεινε λίγη καλοσύνη
μὲς τὶς ἀνθρώπινες καρδιές;

Ἀπίστευτα μᾶς φαίνονται ὅλα
σ᾿ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε τώρα χρόνια 
σὰν σ᾿ ὀρεινά φτωχὰ καλύβια
ποὺ τ᾿ ἀποκλείσανε τὰ χιόνια...

Θὲ νἄρθει τάχα μιὰν ἡμέρα
σὰν ἀπὸ τόπους μακρινοὺς
ἡ Ἄνοιξη ποὺ λαχταρᾶμε; 
Καὶ θὰ μᾶς εὕρει ζωντανούς;
Κώστας Ουράνης (Κατοχή)

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Επίδαυρος

   ]Ἠμειβόμην· 
“γύναι, φάτιν μὲν τὴν πρὸς ἀνθρώπων κακὴν 
μὴ τετραμήνῃς μηδέν· ἀμφὶ δ' εὐφρόνῃ, 
ἐμοὶ μελήσει· θυμὸν ἵλαον τίθεο. 
Ἐς τοῦτο δὴ τοι τῆς ἀνολβίης δοκέω 
ἥκειν; Ἀνὴρ τοι δειλὸς ἆρ᾽ ἐφαινόμην, 
οὐδ' οἷός εἰμ' ἐγὼ οὗτος οὐδ' οἵων ἄπο. 
Ἐπίσταμαί τοι τὸν φιλέοντα μὲν φιλεῖν, 
τὸν δ' ἐχθρὸν ἐχθαίρειν τε καὶ κακοστομέειν 
μύρμηξ. Λόγῳ νυν τῷδ' ἀληθείη πάρα. 
Πόλιν δὲ ταύτην ἐπιστρέφεαι 
οὔτοί ποτ' ἄνδρες ἐξεπόρθησαν, σὺ δὲ 
νῦν εἷλες αἰχμῇ καὶ μέγ' ἐξήρω κλέος. 
Κείνης ἄνασσε καὶ τυραννίην ἔχε· 
πολλοῖ σίθην ζηλωτὸς ἀνθρώπων ἔσεαι.”

...

 Κι ἐγὼ τῆς ἀντιγύρισα: 
Μὴ σὲ φοβίζει ἡ γλώσσα τῶν ἀνθρώπων. 
Ἡ ὑπόληψη εἶναι λέξη νυχτερινή. 
Σκέψου γιὰ μένα κάτι φωτεινότερο. 
Τέλειωσα μήπως, δείλιασα ποτὲ ἢ ἀκούγομαι ἄλλος; 
Διατηρῶ ἀκόμη τὴ δύναμη ν᾽ ἀναγνωρίζω 
μιὰν ἀγάπη στὴν ἀγάπη κι ἕνα μυρμήγκι στὸ μίσος. 
Θὰ φροντίσω σχετικά. 
Ἐξ' ἄλλου, αὐτὴ ἡ ἐπιστροφή σου παραῆταν αἰχμηρὴ 
γιὰ μιὰ πόλη ποὺ δὲ γνώρισε ποτὲ κατακτητές. 
Ἐπέβαλες ὁμόφωνα τὴν τυραννία τῶν μιμητῶν σου· 
κυβέρνα τώρα τὴν ἀκατάσχετη ρητορικὴ τῶν ἐπιθυμιῶν τους.
Αρχίλοχος (Ίαμβος 51 [Δα.24]