Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

Σάρκινος Λόγος

Ύπνος ερωτικός μετά τον έρωτα. Ιδρωμένα σεντόνια
κρεμάμενα απ'την κλίνη στο πάτωμα. Στον ύπνο μου ακούω
το δυνατό ποτάμι. Ο ρυθμός αργοπορεί. Κορμοί μεγάλων δέντρων
κυλούν μαζί του. Στα κλαδιά τους χίλια πουλιά
ακινητούν ταξιδεύοντας μ'ένα μακρύ τραγούδι
απο νερό και φύλλα, διακοπτόμενο απο άστρα. Περνάω
το χέρι μου κάτω απ'το λαιμό σου ελαφρά, με το φόβο
μη σταματήσω το τραγούδι των πουλιών στον ύπνο σου.
Αύριο στις 10,
όταν θ'ανοίξεις τα παντζούρια κι εισορμήσει στα δωμάτια ο ήλιος
θα φανεί στον καθρέφτη καθαρότερα το δαγκωμένο κάτω σου χείλι
και το σπίτι θα γίνει κατακόκκινο, διάστικτο όλο
με χρυσά πούπουλα και μακρινούς, ασυντέλεστους στίχους.

Γιάννης Ρίτσος (Σάρκινος Λόγος, επιλογή)

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Αφύσικη Άνθηση

Ήθελε να φωνάξει – δεν άντεχε πιά. Κανείς δεν ήταν
  ν’ ακούσει·
κανείς δεν ήθελε ν’ ακούσει. Φοβόταν και ο ίδιος τη
φωνή του,
Την έπνιγε μέσα του. Η σιωπή του εκρηγνύονταν.
  Κομμάτια απ’ το σώμα του
τινάζονταν στον αέρα. Αυτός τα μάζευε με πολλή προσοχή,
  εντελώς αθόρυβα,
τά ’βαζε πάλι στη θέση τους να κλείσει τις οπές. Κι αν
  έβρισκε τυχαία
μια παπαρούνα, ένα κίτρινο κρινάκι, τα μάζευε κι εκείνα,
  τα τοποθετούσε
στο σώμα του, σαν δικά του κομμάτια, – έτσι διάτρητος,
  παράξενα ανθισμένος.

Γιάννης Ρίτσος (Αφύσικη Άνθηση)

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ο Αλέξανδρος στη Θήβα

Ο νεαρός βασιλιάς θα πρέπει να'ταν τρομερός και φοβερός
όταν έλεγε: "Να καταστέψετε τη Θήβα".
Κι ο παλιός αρχηγός κοιτούσε την περήφανη πόλη,
όπως την ήξερε κάποτε, από παλιά.

Κάψτε την όλη, όλη. Κι ο βασιλιάς μετρούσε
τους πύργους, τις πύλες, τους ναούς, ένα θαύμα του κόσμου`
μα ξαφνικά σταμάτησε, το πρόσωπό του φωτίστηκε, και είπε:
"Μόνο προσέχετε μην αγγίξετε το σπίτι του Ποιητή".

А́нна Андре́евна Ахма́това (Ο Αλέξανδρος στη Θήβα)

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Προοπτική

Τά σπίτια μας εναι χτισμένα πάνω σ’ λλα σπίτια εθύγραμμα, μαρμάρινα,
κ’ κενα πάνω σέ λλα. Τά θεμέλια τους
κρατιονται πάνω στά κεφάλια ρθιων γαλμάτων, δίχως χέρια.
τσι, σο χαμηλά, στόν κάμπο, κάτω π’ τίς λιές, κι ν παγγιάζουν τά καλύβια μας,
μικρά, καπνισμένα, μέ μιά στάμνα μονάχα πλάι στήν πόρτα,
θαρρες πώς μένεις στά ψηλά, καί σο φέγγει λοτρόγυρα αγέρας
κάποτε θαρρες πώς εσαι ξω π’ τά σπίτια, πώς δέν χεις
κανένα σπίτι, καί πορεύεσαι λόγυμνος,
μονάχος κάτω πναν ορανό τρομαχτικά γαλάζιο σπρο,
κ’ να γαλμα, καμιά φορά, κουμπ λαφρά τό χέρι του στόν μο σου.

Γιάννης Ρίτσος (Προοπτική)

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Λευκή Νύχτα

Α, την πόρτα δεν την είχα κλείσει,
δεν είχα ανάψει λάμπα`
αν και δεν ξέρεις κουρασμένη πόσο
δεν έλεγα να ξαπλώσω.

Να βλέπω ήθελα πώς σβούνε
στο σούρουπο οι σειρές τα ελάτια,
μια φωνή απ'το δρόμο με μεθούσε
ολόιδια η δική σου. Πού'σαι;

Και να ξέρεις πως όλα χαθήκαν
κι είν'η ζωή μας κόλαση μαύρη!
Ω, κάτι με είχει πείσει
κι έλεγα: θα γυρίσει.

А́нна Андре́евна Ахма́това (Λευκή Νύχτα)

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Χαιρετισμός

Τώρα που δέ χάθηκε η αυριανή μέρα
και το κρεββάτι μας δέ θάναι στείρο,
προτού λυγίσει η σιωπή
και οι κλειδώσεις στο σώμα μας καλοσυνέψουν,
πρίν αγαπήσομε το φώς
κ'ερωτευτούμε τα παλικάρια,
γυρίστε να σκύψομε στους νεκρούς.
Αγαπούσαν τα χείλια μας,
είχαν ζεστά υγρά μάτια,
και τα κρεμούσαν στο στήθος μας,
στάλα-στάλα,
και στα μαλλιά μας καρφώνανε
άσπρα λουλούδια
-μαλάκωνε ο βραδινός μας ύπνος.
Την ώρα που ονειρεύονταν τ'αρπάξανε,
και ονειρεύονται ακόμα.
Η απουσία της παλάμης τους
θα ωριμάσει βαθιά,
κάτω απ'το δέρμα,
μαζί με το γυναίκιο μας σώμα,
στη γέννα μας-
το γάλα μας θα είναι πικραμένο.
Μικρό μου αγόρι, κλείσ'τα μάτια σου.
Όταν θ'αρχίσεις να στρατίζεις,
μην ονειρευτείς
να φύγεις με τα κόκκιν'άλογα
όταν αρχίσει να σκληραίνει το σαγόνι σου
μην πείς τ'αγύριστα λόγια-
πληθαίνουνε βουβά, σιγά-σιγά, οι μαύρες μάνες.
Αγόρι μου, όσο μεγαλώνεις θα θυμάμαι.

Ελένη Βακάλο (Χαιρετισμός)

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Δεν καταφέραμε να χωριστούμε

Δεν καταφέραμε να χωριστούμε,
ώμο με ώμο ακόμα πάμε`
αρχίζει πια να σκοτεινιάζει,
σκεφτικός είσαι, εγώ σωπαίνω.

Σ'εκκλησιά μπαίνουμε να ιδούμε
μια κηδεία, μια βάφτιση, ένα γάμο`
δίχως να κοιταχτούμε βγαίνουμε'έξω...
Γιατί έτσι να μην είναι και για μας;

Στου νεκροταφείου στεκόμαστε το χιόνι
το πατημένο, στενάζοντας, οικτροί,
κι εσύ με το μπαστούνι σχεδιάζεις
παλάτια, όπου θα ζήσουμε πάντα μαζί.

А́нна Андре́евна Ахма́това (Δεν καταφέραμε να χωριστούμε)

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Κατάρρευση

Χαρτιά, παλιοσίδερα, σκουριασμένα αποφθέγματα, ποιήματα`
ένα άδειο σκαμνί πάνω στ'άδειο τραπέζι, στ'άδειο σπίτι -
καλά τα γνωρίζεις` υποδύεσαι ακόμη τον ανήξερο -
λιγάκι ακόμη να ξεγελαστείς, να ξεγελάσεις,
να κολακέψεις, να κολακευτείς (χωρίς χαμόγελο τώρα) -
το'χες για χρέος - έλεγες` - ποιό χρέος; με το ίδιο σου το σώμα
κρύβεις τη μαύρη οπή, ενώ γύρω σου
μαδάνε οι σημαίες σα μεγάλα, κούφια, μονόχρωμα φύλλα.

Γιάννης Ρίτσος (Κατάρρευση)

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Τον μέθυσα απο πόνο

Τα χέρια σφίγγω κάτω απ'τη σκούρα εσάρπα...
"Γιατ'είσαι σήμερα τόσο χλωμή;"
-Γιατί πίκρα τον πότισα πολλή,
ώσπου τον μέθυσα από πόνο.

Πώς να ξεχάσω; Παραπατώντας βγήκε
με μορφασμό σπαραχτικό στα χείλη`
δίχως ν'αγγίξω ούτε το περιστύλι,
έτρεξα πίσω του ως την πόρτα.

"Στάσου!" του φώναξα στο δρόμο μ'αγωνία.
"Μη φεύγεις, θα πεθάνω. Το'καμα για να παίξω".
Ήσυχος χαμογέλασε, και ανατριχιασμένος
μου'πε: "Φυσάει, μην μένεις έξω".

А́нна Андре́евна Ахма́това (Τον μέθυσα απο πόνο)

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Υστερόγραφο

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης,
μη λυπηθήτε, φίλοι μου,
μη λυπηθήτε.

Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
νεκρά φύλλα,
φωνές λησμονημένες.

Αθόρυβα θα περάσετε
το παγερό παράθυρο
που ανοίγει προς τη νύχτα
νύχτα σκληρή,
πιο τρομερή κι απ'όλους τους ανέμους,
πιό άδεια κι απ'την απουσία.
Θάναι βαθιά η τρυφερότητα σας
και το φιλί της αγάπης
θα σας φωτίσει.
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης,
μη λυπηθήτε, φίλοι μου,
μη λυπηθήτε.
Ας ταξιδέψει το χαμόγελό σας
απο στόμα σε στόμα.


Τάκης Βαρβιτσιώτης (Υστερόγραφο)

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Στη γωνιά του ντιβανιού

Τα δαυλιά μέσα στο τζάκι
έσβησαν, για δες.
Πόσες έσβησε ο αγέρας
πυρκαγιές...

Πόσα η θάλασσα καράβια
εκατάπιε, ναι.
Πόσοι γλάροι κλαίν'στο κύμα,
αχ καημέ!

Χάθη ο ήλιος απ'τον κόσμο
και τα ξέρω, ωιμέ.
Είμαι ποιητής, καρδιά μου:
πίστεψε σ'εμέ.

Όσα παραμύθια θέλεις
θα σου πώ,
κι όσες μάσκες μου ζητήσεις
θα φορώ.

Πού σκιές παίζουνε τόσες
όσες μέσα εδώ;
Πού παράξενες εικόνες
να'βρώ αλλού μπορώ;

Γονατίζω πάντα κι όπου
είσαι συ,
κι απ'το χέρι μου άνθος πέφτει
σα βροχή.

Александр Александрович Блок (Στη γωνιά του ντιβανιού)

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Απόγευμα

Πότισε τα λουλούδια. Άκουσε το νερό να στάζει απ'το μπαλκόνι.
Τα σανίδια μουσκεύουν και παλιώνουν. Μεθαύριο,
όταν θα πέσει το μπαλκόνι, αυτή θα μείνει στον αέρα,
ήσυχη, ωραία, κρατώντας μες στα χέρια της
τις δυό μεγάλες γλάστρες τα γεράνια της και το χαμόγελό της.

Γιάννης Ρίτσος (Απόγευμα)

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Περνώ το δρόμο...

Περνώ το δρόμο που συχνά περνούσαμε μαζί:
οι ανηφοριές του, οι χάρες του, τα δέντρα, η μοναξιά του,
κι ο κούκος που την Άνοιξη μηνάει το λάλημα του,
κάνουνε την αγάπη μας, θαρρείς να ξαναζεί.

Κι όμως, σαν μάταια κοιτώ πλάι μου να σε ιδώ,
περσότερο κι απ'το κενό που το είναι μου ανταριάζει,
με θλίβει η σκέψη, αγάπη μου, πως κάποτε βραδιάζει
και στις ανθρώπινες καρδιές, σ'αυτό τον κόσμο εδώ.

Δημοσθένης Αντύπας (Περνώ το δρόμο...)

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η άγνωστη

Τα βραδινά στα εστιατόρια
ακούς της πόλης τον αχό,
μα τις θαμπές φωνές των μέθυσων
σκορπά ο αγέρας κει και δω.

Έξω απ'το κέντρο προς τ'απόμερα
η αιώνια πλήξη βασιλιάς:
ενός εδώ μικρού τα κλάματα
κει κάτω κάποιο καφέ-μπάρ.

Και πέρα κείθε απ'τη μητρόπολη
με τα μαλλιά τους "ντερνιέρ-κρι",
πάνε μ'ωραίες αριστοκράτισσες
δανδήδες έμπειροι, σαχλοί.

Στη λίμνη κει κουπιά σπαράζουνε
ούρλιασμα ηχεί,σιγή μετά,
τρελή δαιμόνισσα η πανσέληνος
που΄δες, καγχάζει απο ψηλά.

Το πελιδνό του φίλου πρόσωπο
πίνοντας τρέμει` μην κοιτάς,
με το στυφό υγρό της κούπας του
νιώθει θεός και βασιλιάς.

Και τα γκαρσόνια πάνε κι έρχονται
με κουρασμένο το κορμί,
ενώ φωνάζουν οι μεθύστακες:
"Η αλήθεια είναι στο κρασί!"

Μια γυναικεία εικόνα φάνηκε
-δεν ξέρω, σάρκινη; ή σκιά;-
στάθη δειλή πίσω απ'τα κρύσταλλα
άγνωστη σ'όλους, τι ζητά;

Αργά σεμνά περνά απ'τους μέθυσους
-δεν έχει συνοδό ποτέ-
με αύρες ντυμένη και με σύννεφα,
πλάι μου κάθισε, θεέ!

Παραμυθιών ανάδινε άρωμα
καιρών που δεν υπάρχουν πια,
σειούνται τα πένθιμα της πούπουλα
σαν εύθραστα μαύρα φτερά.

Απ'το θολό κοιτάζω βέλο της
που αιχμάλωτό του με κρατεί,
όχθη απαλή βλέπω παράξενη,
ανύπαρκτη σ'αυτή τη γη.

Και των αγγέλων τα μυστήρια
μαθαίνω, ήλιο εξωτικό
μου δίνει, ως το στυφό ποτήρι μου
αδειάζω στις γωνίες κι εγώ.

Γλυτσίνες τρέμουνε τα πούπουλα
στο στοιχειωμένο μου το νου,
τα μάτια ανθίζουν απο ίλιγγο
σαν απο κόχη ενός γκρεμού.

Κι είν'ένα το κλειδί του θαύματος
κι είναι βαθειά μες στη ψυχή:
ο μαγικός λόγος ο δαίμονας
"Η αλήθεια είναι στο κρασί!"

Александр Александрович Блок (Η άγνωστη)

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Λαϊκές Ιστορίες

Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρώμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω απο ένα νεκρό. Απ'τά σπασμένα παράθυρα
μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ'ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ'ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ'ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Τάσος Λειβαδίτης (Λαϊκές ιστορίες)

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Το εκτροχιασμένο Τραμ

Ενώ βάδιζα σ'άγνωστες λεωφόρους
στριγγό τραγούδι γερανών ήρθε στ'αφτιά μου,
ήχοι λαγούτων, μακρινό μπουμπουνητό...
Γοργό ενα τραμ περνούσε από μπροστά μου.

Πήδηξα στο σκαλί του` το'κανα ίσως
από μια τρέλα, ένα παιχνίδι, όταν πια
η φόρα του στον αίθριο τον αιθέρα
άνοιγε μονοπάτι απο φωτιά.

Κι εκτροχιάστηκε μες σε μια αιώνια
άβυσσο αδηφάγα, σκοτεινή.
Ε, οδηγέ, σταμάτησε, σταμάτα
του βαγονιού σου την τρελή ορμή!

Αργά. Σαν ριπές γρήγορα να φεύγουν
στον ορίζοντα πέρα φοινικιές θωρούμε.
Του Νείλου τα νερά, του Νέβα, του Σηκουάνα,
καβάλα σε τρεις γέφυρες περνούμε.

Σπαρταριστή αστραπή πίσω απ'το τζάμι
μας ακολουθεί αχόρταγη ματιά
του γέρου κείνου επαίτη, που είχε πεθάνει
στην Βηρυτό την περασμένη τη χρονιά.

Που βρίσκομαι; Ρωτά η καρδιά μου
βροντοχτυπώντας: Μην ανησυχείς.
Στη στάση βρίσκεσαι οπού για τη Ινδία
το εισιτήριο αγοράζεις της Ψυχής.

Να μια επιγραφή που λέει πως είναι,
πρατήριο, που πουλά λαχανικά.
Μα εγώ δεν βλέπω ουτ'ένα κουνουπίδι,
μόνο νεκρών κεφάλια στη σειρά.

Никола́й Степа́нович Гумилёв (Το εκτροχιασμένο τραμ)

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Και το Ποίημα

Τί ωραία που ανηφορίζουν τα δέντρα στους λόφους.
Ο Μάης πρασίνισε τον τόπο. Πίσω απ'τα δέντρα
τ'άσπρα σπιτάκια κουβεντιάζουν μεταξύ τους
κάτι άσπρο και ήσυχο - αφίξεις πλοίων,
αφίξεις παραθεριστών, πουλιών, ερώτων. "Κι εγώ, -είπε-
εγώ φεύγω, εγώ φεύγω." Και το ποίημα
έχει το στόμα του κλεισμένο μ'έναν κέρινο σταυρό.

Γιάννης Ρίτσος (Και το Ποίημα)

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Τι να γίνει

Τι να γίνει
αν τα βραδινά κόκκινα σύννεφα
χύνουν ανταύγειες στον πράσινο ουρανό,
όταν αριστερά βγαίνει, να, το φεγγάρι
κι είναι ένα πελώριο ξεμαλλιασμένο άστρο
προάγγελος της νύχτας
που χλωμιάζει γρήγορα
και κρύβεται εντελώς απο τα μάτια μας;
Τι να γίνει αν τον πλατύ μας δρόμο
με τα δέντρα και τους άστατούς τους μύλους
που ήσαν κάποτε δικοί μου
μα πούλησα για το βραχιόλι σου,
αφού ο δρόμος που πηγαίναμε μαζί
σε κείνη τη στοφή τελειώνει;
Τι να γίνει αν οι στίχοι μου
που τόσο μου είναι ακριβοί
όπως και στον Καλλίμαχο
και σ'όλους τους μεγάλους,
γιατί σ'αυτούς κρυφόπλεξα του έρωτα τη γλύκα
και τις ανάλαφρες σκέψεις των θεών,
χαρά ανείπωτη των πρωινών μου
όταν ο ουρανός είν'ασυννέφιαστος,
και στο παράθυρο το γιασεμί ευωδιάζει,
αν αύριο
σαν όλα θα'χουν ξεχαστεί;
Τι να γίνει, αφού να ιδώ δεν θα μπορέσω πια
το πρόσωπο σου το χαριτωμένο
ν'ακούσω της φωνής σου το κελάρυσμα;
Τι να γίνει αν σώθηκε όλο το κρασί,
αν όλα τ'αρώματα εξατμίστηκαν,
αν θα σαπίσουν με το χρόνο
τα πιο χιλιάκριβα υφάσματα;
Θα'πρεπε μήπως ν'αγαπώ πιο λίγο
αυτά τα πράγματα τα εύθραστα
για την εφήμερή τους μοίρα;

Михаи́л Алексе́евич Кузми́н (Τι να γίνει)

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Τα πρώτα ραντεβού

Πόσο αγαπούσα, πόσο αγαπώ αυτή τη δειλία των πρώτων ραντεβού,
αυτή την ατολμία του φιλιού και τις συγκεχυμένες κουβέντες.
Πόσο αγαπούσα, πόσο αγαπώ αυτά τ'αγαπημένα λόγια.
Δεν ελησμόνησα το σκοπό τους, η ψυχή τους είναι μέσα μου ζωντανή.
Έχω ξεσυνηθίσει τις όλο χάδια εξομολογήσεις,
τις τρυφερές ικεσίες, άρχισε να μου γίνεται πιο γνώριμη η κραυγή της επιθυμίας,
του πάθους η φλογερή γλώσσα,
όλα τα λόγια που δασκαλεύουνε την αγνότητα
η πονηρία και το σκοτάδι.
Μες από τους ενθουσιασμούς και τις πλήξεις, τραβιέμαι προς την φωνή σου,
σαν εξόριστος που ακούει στα ξένα, το κάλεσμα της πατρίδας.
Εδώ στον κήπο που ζούν οι σκιές, εδώ που στο λυκόφως είναι φωτεινά,
ξανάρθε κοντά το παρελθόν, με το γρήγορο βήμα της στιγμής.
Βλέπω τα χείλη στο αλαφρό δίχτυ των σκιών που ξεγλιστρούν.
Είμαστε παιδιά! Όλοι μας είμαστε παιδιά! Πεταλούδες γύρω απ'τις φλόγες.
Εσύ έκρυψες, χαμηλώνοντας στο σκοτάδι, το ταραγμένο σου βλέμμα...
Αυτό είχε γίνει! Όλα όσα έγιναν, τα ξανάφερε πίσω ο βραδιασμένος κήπος.
Πάθη, όνειρα μονάχα ονειρευόσαστε, μα η ψυχή θα ξυπνήσει ξανά
μ'ένα αιώνιο φως θα φλογιστούν` μονάχα να'ναι κανείς ερωτευμένος!
Ο έρως μονάχα!...

Вале́рий Я́ковлевич Брю́сов (Τα πρώτα ραντεβού)

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Καρκίνος

Και μονομιάς όλα ξεμάκρυναν - μορφές, τα δέντρα, η θάλασσα,
πράγματα, γεγονότα, η ποίηση, - πέρα, πιο πέρα,
σε μιαν αντίπερα όχθη - τά'βλεπε, δεν τά'βλεπε. Εκείνα
έφυγαν τάχα και τον άφησαν ή αυτός; Ο θάνατος
ακίνητος, τον κατοικούσε ως την άκρη των νυχιών. Τίς νύχτες
άκουγε την πελώρια εκείνη ακινησία εντός του. Ωστόσο,
πριν απ'τον ύπνο και μετά το ξύπνημα, εξακολουθούσε
να πλένει ταχτικάτα δόντια του με το παλιό, μαδημένο βουρτσάκι,
δείχνοντας άσπρο, βέβαιο, καθαρό, το τελευταίο χαμογελό του.

Γιάννης Ρίτσος (Καρκίνος)

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Το τραγούδι του Αλμπατρός (Μπουρεβέστνιχ)

Απ'της θάλασσας τα πλάτια τ'ασπρομάλλικα από πάνω
ο τρελοβοριάς μαζώνει τη βαριά τη συννεφιά.
Κι απ'ανάμεσα απ'το κύμα και το σύγνεφο προβάλλει
προμηνώντας το μπουρίνι, μαύρη μια αστραπή ολόιδιος
το πουλί, ο αλμπατρός.
Πότε αγγίζοντας το κύμα, πότε ορμώντας μες στα νέφη
ίδιο βέλος, ξεφωνίζει κι αφουγκράζονται τα νέφη τη χαρά
μες στην κραυγή του τη γεμάτη αντρειωσύνη.
Μες σε τούτη την κραυγή του είναι η δίψα για την μπόρα.
Είναι η φλόγα και το πάθος, είναι η δύναμη του μίσους,
είναι η πίστη για τη νίκη.
Τρέμουν μπρος στην μπόρα οι γλάροι, και φοβούνται και στενάζουν
γυροφέρνουν και ζητάνε, ως και στο βυθό ακόμα του πελάγου να κρυφτούν,
την απέραντη τους φρίκη μπρος στη μπόρα για να κρύψουν.
Και τα κολιμπρί κι εκείνα τρέμουν και βαριαστενάζουν,
δεν μπορούν αυτά να νιώσουν την απόλαυση της μάχης,
η βροντή των χτυπημάτων τα τρομάζει.
Ο κουτός πιγκουίνος κρύβει φοβισμένος μες στους βράχους,
το δειλό γεμάτο ξύγκι χοντροκάμωτο κορμί του.
Και μονάχα γυροφέρνει απ'της θάλασσας επάνω τον αφρό
περηφάνια ολογεμάτος, λεύτερος κι ευτυχισμένος
ο γενναίος αλμπατρός.
Όλο πιο πολύ τα νέφη κατεβαίνουν και μαυρίζουν,
κι όλο πιο πολύ πετιούνται και χτυπάν και τραγουδάνε,
τ'άσπρα κύματα ζητώντας να δεχτούν τον κεραυνό.
Και βροντάει, και μπουμπουνίζει. Και σ'αφρούς και μίσος μέσα
η πικροθάλασσα μαλώνει με τον άγριο το βοριά.
Κι ο τρελοβοριάς αρπάζει στη γερή του την αγκάλη
τα κοπάδια των κυμάτων,
και τα ρίχνει μ'άγριο μίσος και μ'οργή πάνω στους βράχους
και τσακίζει και συντρίβει σε σταγόνες και σε σκόνη,
το σμαράγδινό τους όγκο.
Ο αλμπατρός κραυγάζει μόνος,
μαύρο βέλος ολόιδιος κι αστραπή μαυροντυμένη
διαπερνάει τα νέφη, σχίζει των κυμάτων τον αφρό.
Να, σαν δαίμονας πετάει υπερήφανος κι ωραίος,
μαύρος δαίμονας της μπόρας`
πότε κλαίει, πότε γελάει...
Με τα σύννεφα γελάει, κλαίει απ'την πολλή χαρά του...
Μέσα στης βροντής το μίσος νιώθει ο δαίμονας κι ακούει
προ πολλού την κούραση της
και πιστεύει πως τον ήλιο δεν θα κρύψουνε τα νέφη
όχι, δεν θα τόνε κρύψουν.
Κι ο βοριάς φυσάει, και βογγεί η βροντή κι ο κεραυνός...
Σε γαλάζιες φλόγες μέσα λαμπαδιάζουν τα κοπάδια των συννέφων
απ'της θάλασσας την άβυσσο απο πάνω.
Πιάνει η θάλασσα τα βέλη τα πυρά της αστραπής
μες στο χάος το υγρό της να τα σβήσει,
σα φλογάτα φίδια τρέχουν μες στη θάλασσα και σβήνουν
τις ανταύγειες τις χρυσές τους.
Το μπουρίνι! Το μπουρίνι!
Θα'ρθει γρήγορα, θε να'ρθει!
Είναι ο αλμπατρός, που μόνος μες στις αστραπές γυρνώντας
και στο μίσος των κυμάτων
ξεφωνίζει,
προμηνώντας τον προφητικό το λόγο:
Ας ξεσπάσει... Δυνατότερα ας ξεσπάσει
το μπουρίνι...

Максим Горький (Το τραγούδι του Αλμπατρός(Μπουρεβέστνιχ))